Μπαρ τα ναυάγιαΕπειδή κάποτε σε νεαράν ηλικίαν, έταξα σε παιδί κουλούρι και αυτά τα τάματα δεν σηκώνουν φτύσιμο κι επειδή η διάθεσή μου γουστάρει μπαρότσαρκα σας παίρνω όλους τους αγαπημένους μου bloggers για μια βραδυνή βόλτα σε μπαράκια, καταγώγια και καπηλιά που θα συναντήσουμε στα τραγούδια της Αρλέτας.
Ωραία που θα ’τανε να την είχαμε μαζί μας!
Η Αρλέτα έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τα μπαράκια αυτά της παρέας, της κραιπάλης, εκεί που ξημερώνεται και ε-ξημερώνεται ο φόβος των ανθρώπων και το πάθος…
Με οδηγό τα τραγούδια της λοιπόν και με όλες τις αισθήσεις μας σε εγρήγορση χωνόμαστε στο πρώτο μπαράκι που συναντούμε.

Η ατμόσφαιρα που σ αγκαλιάζει όταν μπαίνεις σ’ ένα μπαράκι είναι καθοριστική για να το υιοθετήσεις, για να μαζέψεις εκεί την παλιοπαρέα ή για να αφεθείς να γνωρίσεις νέα πρόσωπα γιατί όχι;(αν εξακολουθείς να είσαι μόνος).
Η χημεία που υπάρχει στον αέρα είναι αυτή που καθοδηγεί τις κινήσεις, τα βλέμματα, τις ατάκες που ανταλλάζεις, την έλξη που νιώθεις για τα γκρίζα μελαγχολικά μάτια στην άκρη της μπάρας, που κάθε τόσο καρφώνονται στο ποτήρι γυρεύοντας ποιος ξέρει τι; Τις μουσικές που ταξιδεύουν ή ξεσηκώνουν (σίγουρα όχι στα τραπέζια – μακριά από μας αυτά), τα πιοτά στα ποτήρια ν ακουμπάν στα χείλη τα «ηδονικά και ρόδινα της μέθης» και να κυλάν στον ουρανίσκο αργά αργά. Κι ο μπάρμαν «μέσα στα πιοτά» να καρδιοκτυπά για την μικρή μελαχρινή ομορφιά που...
χορεύει πάντα μοναχή Κορμί λεπτό σαν το σπαθί
Μαύρη η ματιά της
Μαύρα μαλλιά
Μαύρα φτερά
Μαύρη στα χείλη της φωτιά
Μαύρη η καρδιά της …
Αχ αγκοστούρα μου πικρή γιατί χορεύεις μοναχή
Αχ Μπέμπα κάνε παιχνίδι Μπέμπα…
Αγκοστούρα μου πικρή
Bacardi cola kalua Grand Marnierμαύρο ρούμι και κρασί
…Αχ Μπέμπα, κάνε παιχνίδι Μπέμπα

Κάπου εδώ θα βρούμε και τη Φρίντα μισομεθυσμένη μ ένα ποτήρι Badita de coco, σήμα κατατεθέν- που από τότε που χώρισε απ’ το Γιάννη, γυρνάει τα μπαράκια χωρίς μία στη τσέπη και πνίγει τον πόνο της σε Badita de coco! Έτσι κι εγώ ακολουθώ πιστά τη συμβουλή της γιατί πια τα σπασίματα δεν τα φοβάμαι. Μαθαίνεις στο τέλος να τα κλείνεις με στόκο, και να το γιορτάζεις με...
Badita de coco… ye ha!
Όταν χώρισε γ Φρίντα απ τον Γιάννη
στα μπαράκια που έπιανε τόκο
όποιος κι αν τη ρωτούσε τι κάνει
απαντούσε Batida de coco
Batida, Batida, Batida de coco
εγώ την καρδιά μου
δεν τη δανείζω με τόκο
κι όταν πίσω την παίρνω
στο κακό της το χάλι
λέω πάντα χαλάλι
και Batida de coco
Κι αν με άφησες φέτο Batida
και μου τα ‘κανες σάλτσα de coco

όπως έλεγε πέρσι κι η Φρίντα
τι να γίνει Batida de coco
Batida, Batida, Batida de coco …
Τα σπασίματα δεν τα φοβάμαι
έχω μάθει να τα κλείνω με στόκο
και τα λόγια της Φρίντας θυμάμαι
όταν πίνω Batida de coco
Batida, Batida, Batida de coco
Είναι και κάποια μπαράκια γεμάτα μνήμες, απαγορευμένα, από όπου νιώθουμε εξόριστοι γιατί τα κάναμε ίσως θάλασσα και το κλίμα δεν μας σηκώνει πια, ή γιατί θυμίζουν εσένα…. Κι αν πας κι εσύ στο μπαρ της Τέτης και της Κατερίνας δώσε από μένα ένα φιλί. Πες τους πως τίποτα δεν έχω ξεπεράσει Κι η ανάμνηση σου θα πλανιέται πάνω από αυτό το συγκεκριμένο μπαράκι και θα με διώχνει κάθε που γυρνάω τα βράδια και θέλω σαν τρελή να μπω και να πιω μαζί σου ένα ποτό και για τους δυο μας ξεχασμένο.
Και πας κι εσυ στο μπαρ της Τέτης και της Κατερίνας…
Αν πας στο μπαρ
της Τέτης και της Κατερίνας
χαιρέτησε μου τη Μυρτώ
που πάει εκεί απ’ τις οκτώ
κάποτε ήταν η καλύτερη μου φίλη
αν σ’ οδηγήσουνε χρυσόψαρα και γρύλοι

και πας στο μπαρ
της Τέτης και της Κατερίνας
χαιρέτησε μου τον Κωστή
που ’ρχεται πάντα την Αυγή
ήμασταν κάποτε πολύ καιρό ζευγάρι
αν δεις τη διεύθυνση γραμμένη στο φεγγάρι
και πας κι εσύ στο μπαρ
και πας κι εσύ στο μπαρ
Αν πας στο μπαρ της Τέτης και της Κατερίνας
δώσε από μένα ένα φιλί
σε όλους όσους βρεις εκεί
πες τους πως τίποτα δεν έχω ξεπεράσει
κανένας όμως δε θα με ξανακεράσει
Αν πας μπαρ της Τέτης και της Κατερίνας
εσένα θα ’ρχομαι να βρω

μαζί σου θα ’ρχομαι να πιω
ένα πιοτό και για τους δυο μας ξεχασμένο
αν γίνεις άλλο ένα όνειρο χαμένο
και πας κι εσύ στο μπαρ
και πας κι εσύ στο μπαρ
της Τέτης και της Κατερίνας
Όμως τα μπαράκια έχουν πάντα τους πιστούς θαμώνες, που τους δένει μια κρυφή λες συνομωσία. Ναυάγια της ζωής, ο καθένας γνωρίζει τα χούγια και τα λούκια του άλλου, ψυχές αμαρτωλές βουτηγμένες στο αλκοόλ, που δεν προλαβαίνουν με τίποτα να μετανοήσουν. Εδώ είν’ φόβος των ανθρώπων και το πάθος. Κι εκεί ανάμεσα στους συνήθεις ύποπτους, μπορεί να σας τύχει να συναντήσετε ένα παππούλη κλασσικό, με γενειάδα και φωτοστέφανο, άγνωστο πως βρέθηκε εκεί, που κοινωνεί με ουίσκι και νερό, μας δίνει άφεση αμαρτιών και πληρώνει στο τέλος και το λογαριασμό…
Μπαρ το ναυάγιο (φυσικά! Μόνο εκεί, πάντα εκεί)
Προχτές αργά στο μπαρ «το ναυάγιο»
Βρέθηκα να τα πίνω μ’ έναν άγιο
Καθότανε στο διπλανό σκαμπό
Και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό
Του είπα παππούλη τι ζητάς εδώ
Δεν είναι μέρος για έναν άγιο αυτό
Μου είπε τέκνον κάνεις μέγα λάθος
Εδώ είν’ ο φόβος των ανθρώπων και το πάθος
Κοίταξε γύρω του στεγνούς και μεθυσμένους

Και μου ‘πε εγώ τους αγαπάω τους κολασμένους
Αν θες ν’ αγιάσεις πρέπει ν’ αμαρτήσεις
Ε, κι αν προλάβεις ας μετανοήσεις
Προχτές αργά στο μπαρ «το ναυάγιο»
Βρέθηκα να τα πίνω μ’ έναν άγιο
Καθότανε στο διπλανό σκαμπό
Και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό
Καθότανε στο διπλανό σκαμπό
Στο τέλος πλήρωσε και τον λογαριασμό
Κρατάτε καλά, τα τραγούδια είναι έχουν μεθύσει σαν κι εμάς, μας βγάζουν τις ανασφάλειες μας... πάλι; Τέτοια ώρα;´Ώρα σελήνης, ώρα για πιοτό ώρα που πεθαίνεις κι οι πινακίδες γράφουν στοπ όχι και μη… Τραγούδι μεθυσμένο, αδιέξοδο, για μικρές πρωινές ώρες που τα χέρια δεμένα στα καλώδια των νεύρων σφίγγουν το ποτήρι κι εσύ να πονάς για την απουσία, για την ατολμία για την μαλακία που σε δέρνει...
Ωρα Σελήνης
Τα χέρια σου δεμένα
στα καλώδια των νεύρων

σφίγγουν απόψε το ποτήρι σου
πονάς
Μέσα από κρύσταλλα
κοιτάς τους διπλανούς σου
μέσα από κρύσταλλα κοιτάς
και με κοιτάς
Κόκκινη λάμψη στων ματιών σου τα σκοτάδια
φωνή βραχνή που πάει να βγει και δε μπορεί
θες να μου πεις ψάχνεις να βρεις να μου μιλήσεις
δύσκολο θέμα και πιο δύσκολοι καιροί
Τι να σου πω αυτή την ώρα που σωπαίνεις
απαγορεύονται τα λόγια κι οι καημοί
ώρα σελήνης κάπου μέσα σου πεθαίνεις
κι οι πινακίδες γράφουν στοπ όχι και μη
Κι η νύχτα η χαρτορίχτρα, ρίχνει μεθυσμένητα τα καμένα χαρτιά μπροστά στα μάτια μας και γελά με γέλιο σαρκαστικό καθώς κερνάει σκέτη φρίκη.. Κι εμείς απόκληροι ή αδάκρυτοι χορεύουμε στο ρυθμό της
Μεθυσμένη πέφτει η νύχτα η χαρτορίχτρα
Με το σκούρο μπλε μαντήλι
τα βαριά βαμμένα χείλη και το βάσανο
κρεμασμένο από το αυτί της σκουλαρίκι
Στην ποδιά της ένα λάγνο πιτσιρίκι
Να κερνάει τους χορτασμένους σκέτη φρίκη
Μεθυσμένη πέφτει η νύχτα η χαρτορίχτρα
Στο λαιμό της αλυσίδα οι απόκληροι

στη βαθιά της τσέπη μέσα οι αδάκρυτοι
κι όλα τα στοιχειά της κάνουν
τσαλιμάκια και χορεύουν
στο ποτήρι της
και το πιο όμορφο απ’ όλα
πέφτει στη φωτιά και λειώνει
για χατίρι της
Μεθυσμένη πέφτει η νύχτα η χαρτορίχτρα
Με τα νύχια τα βαμμένα
Με χαρτιά σημαδεμένα
Και το βάσανο
κι όλα τα στοιχειά της κάνουν
τσαλιμάκια και χορεύουν
το ποτήρι της
και το πιο όμορφο απ’ όλα
πέφτει στη φωτιά και λειώνει
για χατίρι της
Μεθυσμένη πέφτει η νύχτα η χαρτορίχτρα
Και το βάσανο
Τα πράγματα αγριεύουν, πάμε κατά… Βερολίνο μεριά, κατά Σαράγιεβο σ ένα απ αυτά τα κακόφημα μπαράκια όπου συχνάζουν φαντάροι, τώρα πια αμερικάνοι... Η μηχανή του χρόνου μας ξεγελά δεν σηκώνουμε πολλά χασομέρια, Οι καπνοί καίνε και τα μάτια κοιτάζουν σκληρά την στριπτισεζ να κουνά υποτακτικά χέρια και κορμί. Ο φαντάρος χαμένος στην προσταγή τα’ άρχοντά του θέλει σφαίρες να ρίχνει, σφαίρες, σφαίρες… Ένα ουίσκι κυρά μου άντε κούνα τα χέρια...
Ένα ουίσκι κυρά μου
Άντε, κούνα τα χέρια
Ο φαντάρος δε θέλει

Πολλά χασομέρια
Πρέπει σφαίρες να ρίχνει
Σφαίρες, σφαίρες
Των οχτρών τ’ άρχοντά του
Να κόβει τις μέρες
Δυο στηθάκια μικρή μου
Άντε, κούνα τα χέρια
Ο φαντάρος δε θέλει
Πολλά χασομέρια
Πρέπει να σπέρνει
Θανάτους, θανάτους
Να προσμένει δεν κάνει
Η ορεξιά τ’ άρχοντα του
Την ευλογία σου πάτερ μου
Άντε, κούνα τα χέρια
ο φαντάρος δε θέλει πολλά χασομέρια
πρέπει αυτός να κατέβει
στο μνήμα, στο μνήμα
για να βάλει ο άρχοντάς του
της δόξας το ντύμα
ένα ουίσκι κυρά μου
άντε, κούνα α χέρια
ο φαντάρος δεν θέλει
πολλά χασομέρια
Πρέπει σφαίρες να ρίχνει
Σφαίρες, σφαίρες
Των οχτρών τ’ άρχοντά του
Να κόβει τις μέρες
Επιστροφή από εφιάλτη σε μια Αθήνα του κρασιού και της μέθης. Σ’ ένα καπηλειό θα μπούμε να τελειώσουμε τη νύχτα που φεύγει πάντα χωρίς να προλάβουμε να πούμε αυτά που θέλαμε, αυτά που περιμέναμε κι ας μας κακολογούν που πνίγουμε τον πόνο μας κάθε βράδυ στο κρασί. Ε ρε ντουνιά, ποιος σ’ έχει χρήσει ανακριτή για τι κάνω και δεν κάνω;
Ντουνιά ανακριτή γιατί τωτάς, γιατί τι κάνω στη ζωή αυτή;
Στίχοι: Π. Κασαπάκης
Μουσική: Απόστολος Χατζηχρήστος, Σμυρνιωτάκι
Σαν μπω στο καπηλειό για κάνα δυο κρασιά
αρχίζει το κουτσομπολίο και η κακογλωσιά
Ντουνιά ανακριτή γιατί ρωτάς γιατί,
τι κάνω στη ζωή αυτή
τι νοιάζεσαι ρωτώ αν πέθανα ή αν ζω
σ’ αυτό τον κόσμο τον πεζό
Αφού δεν ενοχλώ και ξέρω τι μιλώ
πες μου γιατί να μην τα πιω, πες μου για λόγο ποιο
Ντουνιά ανακριτή γιατί ρωτάς γιατί
τι κάνω στη ζωή αυτή,
τι νοιάζεσαι ρωτώ αν πέθανα ή αν ζω
σ’ αυτό τον κόσμο τον πεζό
Ντουνιά ανακριτή γιατί ρωτάς γιατί
τι κάνω στη ζωή αυτή,
τι νοιάζεσαι ρωτώ αν πέθανα για ζω
σ’ αυτό τον κόσμο τον πεζό
Εδώ είμαστεεεε Μεθυσμένοι, αποκαμωμένοι, άδειοι μα και πλήρεις ας τραβήξει ο καθένας για τη γωνιά του μαζί με ότι του πεοέκυψε... Σκεφτόμαστε μες τη ζάλη μας αυτούς που δεν ακολούθησαν το ταξιδι μας, δεν τόλμησαν ή απόκαμαν.Κι εσύ μικρό μου, μόνη, κλεισμένη στην κάμαρά σου, να κοιτάς το τηλέφωνο που δε λέει να κτυπήσει. Δεν θήθελες απόψε να ξοδευτείςάλλο σε μπαρ με φώτα και βουή που κοροϊδεύουν πιο πολύ τη μοναξιά σου, με φίλους της στιγμής, γνωστούς που τους κοιτάς κλεφτά απ τον καθρέφτη αναζητώντας μια ματιά μαχαίρι και κρασί, κάτι σαν χάδι. Μην φοβάσαι άλλο, μην ρωτάς.Κοιμήσου. Ένα τραγουδάκι θα σου πω για την αγάπη…
Τραγουδάκι- καληνύχτα
Κάμαρη ερημική
ένα τηλέφωνο βουβό
για συντροφιά σου
Μπαρ με φώτα και βουή
να κοροϊδεύουν πιο πολύ
τη μοναξιά σου
Φίλοι της στιγμής, γνωστοί
στον καθρέφτη μέσα εσύ
μια ματιά μαχαίρι και κρασί
κάτι σα χάδι
Άδειοι δρόμοι σκοτεινοί
χαμένες νύχτες μες της πόλης
το πηγάδι
Αλμυρό νερό η ζωή
κι εσύ πηγή γλυκιά κι αδέξια
στο σκοτάδι
Μη φοβάσαι μη ρωτάς
κράτησε με μη μιλάς
ένα τραγουδάκι θα σου πω
για την αγάπη

Έχεις πάντοτε μια σκιά
σκουριά της νύχτας
στα παιδιάστικα σου μάτια
Μάτια θάλασσα βαθιά
άγριες γοργόνες
και κρυστάλλινα παλάτια
Μη φοβάσαι μη ρωτάς
θάλασσα μου μη μιλάς
άλλη αλήθεια δεν υπάρχει πια
απ’ την αγάπη





