Μουσική: Γιάννη Σπανού
στίχοι: Βύρωνα Λεονταρή
Δίσκος: Τρίτη Ανθολογία
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσει
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
Σκιά ήταν ότι για ζωή αγαπήθει
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης
σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις.
Είπες; ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη
Ποτάμι που έχει μείνει ξερή κοίτη
πώς να ‘χεις έτσι ξεστρατίσει
σου άξιζε εσένα αλλιώς να ζήσεις
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
Κλικ στον δίσκο για περισσότερα
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2007
Η ΤΡΙΤΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ - ο δίσκος
https://www.youtube.com/watch?v=mo8w6htbmfY&list=PLw3Mt4FUg5YST5jmmL1gN-gBXAQ3Ai2vn
1 ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ - Κώστας Κάραλης
2 ΤΟ ΛΕΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ - Αρλέτα3 ΕΙΝΑΙ Ν' ΑΠΟΡΕΙΣ - Κώστας Κάραλης
4 Η ΟΜΙΧΛΗ ΜΠΑΙΝΕΙ ΑΠΌ ΠΑΝΤΟΥ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ - Αρλέτα
5 ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ - Κώστας Κάραλης
6 ΣΕ ΕΙΠΑΝΕ ΘΕΟ - Αρλέτα
7 Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ - Αρλέτα8 ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΚΙ ΑΝΑΞΙΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ - Κώστας Κάραλης
9 ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΟΥ - Κώστας Κάραλης
10 ΠΕΝΤΕ ΝΑΥΤΟΠΟΥΛΑ - Αρλέτα
11 ΑΝ ΕΙΣΑΙ (ΠΩΣ ΘΕΣ ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΩ) - Κώστας Κάραλης
12 ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ - Κώστας Κάραλης
Το λέει και το τραγούδι
Λίλη Ιακωβίδου
Το λέει και το τραγούδι
Λίλη Ιακωβίδου
O ζωντανός ο χωρισμός,
το λέει και το τραγούδι
παρηγοριά δεν έχει,
από την ώρα που 'φυγες
έχει βουρκώσει ο ουρανός
κι η θλίψη σιγοβρέχει.
Παρηγοριά έχει ο θάνατος,
το λέει και το τραγούδι
και λησμοσύνη ο χάρος,
πέτρα που δε μετακυλά
κι ασήκωτο μολύβι
του χωρισμού το βάρος, το βάρος.
Kοιτάζω την εικόνα σου,
παιδί μου αγαπημένο
παρηγοριά για να βρω
και το γλυκό χαμόγελο
της ζωγραφιάς σου κάνει
τον πόνο μου πιο μαύρο.
Η αγάπη πάντα είναι διπλή,
το λέει και το τραγούδι
μα ο καημός περισσός,
άξαφνα μες στη μοναξιά
πληγώνει και τρομάζει
σαν ψέμα και σαν μίσος, σαν μίσος.
Η αγάπη πάντα είναι διπλή,
το λέει και το τραγούδι
μα ο καημός περισσός,
άξαφνα μες στη μοναξιά
πληγώνει και τρομάζει
σαν ψέμα και σαν μίσος, σαν μίσος.
O ζωντανός ο χωρισμός,
το λέει και το τραγούδι
παρηγοριά δεν έχει,
από την ώρα που 'φυγες
παιδί μου αγαπημένο
ο νους μ' εσένα τρέχει.
Ο Θρήνος της Μάνας
(Από το έργο Αρκαδική Ραψωδία του Ηλία Σιμόπουλου)
O ζωντανός ο χωρισμός,
το λέει και το τραγούδι
παρηγοριά δεν έχει,
από την ώρα που 'φυγες
έχει βουρκώσει ο ουρανός
κι η θλίψη σιγοβρέχει.
Παρηγοριά έχει ο θάνατος,
το λέει και το τραγούδι
και λησμοσύνη ο χάρος,
πέτρα που δε μετακυλά
κι ασήκωτο μολύβι
του χωρισμού το βάρος, το βάρος.
Kοιτάζω την εικόνα σου,
παιδί μου αγαπημένο
παρηγοριά για να βρω
και το γλυκό χαμόγελο
της ζωγραφιάς σου κάνει
τον πόνο μου πιο μαύρο.
Η αγάπη πάντα είναι διπλή,
το λέει και το τραγούδι
μα ο καημός περισσός,
άξαφνα μες στη μοναξιά
πληγώνει και τρομάζει
σαν ψέμα και σαν μίσος, σαν μίσος.
Η αγάπη πάντα είναι διπλή,
το λέει και το τραγούδι
μα ο καημός περισσός,
άξαφνα μες στη μοναξιά
πληγώνει και τρομάζει
σαν ψέμα και σαν μίσος, σαν μίσος.
O ζωντανός ο χωρισμός,
το λέει και το τραγούδι
παρηγοριά δεν έχει,
από την ώρα που 'φυγες
παιδί μου αγαπημένο
ο νους μ' εσένα τρέχει.
Ο Θρήνος της Μάνας
(Από το έργο Αρκαδική Ραψωδία του Ηλία Σιμόπουλου)
Ο Θρήνος της Μάνας
(Από το έργο Αρκαδική Ραψωδία του Ηλία Σιμόπουλου)
Όλη τη μέρα που 'λειπες το σπίτι μας ρημάδι.
Κι όμως πώς ήταν όμορφα σα γύριζες το βράδυ
Κι ας τρώγαμε ξερό ψωμί κι ας έλειπε το λάδι.
Κι ας έλειπαν τα κάρβουνα φτάνει που ήσουν κοντά μου.
Αχ πως στο κάθε χτύπημα της πόρτας η καρδιά μου
Ραγίζουνταν, αγόρι μου, και μου 'φευγε η λαλιά μου.
Θυμάσαι τις τριανταφυλλιές μπροστά στο περιβόλι
Που ανθίζανε την άνοιξη και πια την κάθε σκόλη
Γιομίζαμε τριαντάφυλλα την αγκαλιά μας όλη.
Κι ο γέρος ο πατέρας σου καμάρωνε κι αντάμα
Καμάρωνα κι η δόλια εγώ, κι αν έκλαιγα - τι θάμα!-
Περσότερο ξαλάφρωνε η καρδιά μου από το κλάμα.
Μεγάλωσες. Δε μ' άκουγες. Έφευγες όλη μέρα.
Κι όταν τα βράδια μου 'λεγες «Η Λευτεριά μητέρα
Θα ρθεί» μ' άγγιζαν την καρδιά τα λόγια σα φοβέρα.
Μ' αν μου 'φευγες πρωί πρωί, προτού να φέξει, μόνος
Κι αργοκυλούσαν οι ώρες μου, κάθε στιγμή ένας χρόνος
Το 'ξερα πως θα γύριζες κ' ήταν γλυκός ο πόνος.
Τώρα στο παραγώνι μας κουβαριασμένη ρέβω
Σαν αστραποκαμένη ελιά και πια δε σε γυρεύω
Τι 'ναι ψηλός ο ανήφορος και δε μπορώ ν' ανέβω.
Γιατί δεν άκουες, γιόκα μου, τη μάνα που σ' εγέννα;
Κι αν έρθει τώρα η Λευτεριά πουν' όλα ρημαγμένα
Τι να την κάνω, αγόρι μου γλυκό, χωρίς εσένα
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
στίχοι: Βύρωνα Λεονταρη
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
στίχοι: Βύρωνα Λεονταρη
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσει
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
Σκιά ήταν ότι για ζωή αγαπήθει
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης
σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις.
Είπες; ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη
Ποτάμι που έχει μείνει ξερή κοίτη
πώς να ‘χεις έτσι ξεστρατίσει
σου άξιζε εσένα αλλιώς να ζήσεις
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
ΣΕ ΕΙΠΑΝΕ ΘΕΟ
Στίχοι: Δημήτρης Δούκαρης
(Από το έργο Αρκαδική Ραψωδία του Ηλία Σιμόπουλου)
Όλη τη μέρα που 'λειπες το σπίτι μας ρημάδι.
Κι όμως πώς ήταν όμορφα σα γύριζες το βράδυ
Κι ας τρώγαμε ξερό ψωμί κι ας έλειπε το λάδι.
Κι ας έλειπαν τα κάρβουνα φτάνει που ήσουν κοντά μου.
Αχ πως στο κάθε χτύπημα της πόρτας η καρδιά μου
Ραγίζουνταν, αγόρι μου, και μου 'φευγε η λαλιά μου.
Θυμάσαι τις τριανταφυλλιές μπροστά στο περιβόλι
Που ανθίζανε την άνοιξη και πια την κάθε σκόλη
Γιομίζαμε τριαντάφυλλα την αγκαλιά μας όλη.
Κι ο γέρος ο πατέρας σου καμάρωνε κι αντάμα
Καμάρωνα κι η δόλια εγώ, κι αν έκλαιγα - τι θάμα!-
Περσότερο ξαλάφρωνε η καρδιά μου από το κλάμα.
Μεγάλωσες. Δε μ' άκουγες. Έφευγες όλη μέρα.
Κι όταν τα βράδια μου 'λεγες «Η Λευτεριά μητέρα
Θα ρθεί» μ' άγγιζαν την καρδιά τα λόγια σα φοβέρα.
Μ' αν μου 'φευγες πρωί πρωί, προτού να φέξει, μόνος
Κι αργοκυλούσαν οι ώρες μου, κάθε στιγμή ένας χρόνος
Το 'ξερα πως θα γύριζες κ' ήταν γλυκός ο πόνος.
Τώρα στο παραγώνι μας κουβαριασμένη ρέβω
Σαν αστραποκαμένη ελιά και πια δε σε γυρεύω
Τι 'ναι ψηλός ο ανήφορος και δε μπορώ ν' ανέβω.
Γιατί δεν άκουες, γιόκα μου, τη μάνα που σ' εγέννα;
Κι αν έρθει τώρα η Λευτεριά πουν' όλα ρημαγμένα
Τι να την κάνω, αγόρι μου γλυκό, χωρίς εσένα
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
στίχοι: Βύρωνα Λεονταρη
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
στίχοι: Βύρωνα Λεονταρη
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσει
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
Σκιά ήταν ότι για ζωή αγαπήθει
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης
σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις.
Είπες; ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη
Ποτάμι που έχει μείνει ξερή κοίτη
πώς να ‘χεις έτσι ξεστρατίσει
σου άξιζε εσένα αλλιώς να ζήσεις
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
ΣΕ ΕΙΠΑΝΕ ΘΕΟ
Στίχοι: Δημήτρης Δούκαρης
ΣΕ ΕΙΠΑΝΕ ΘΕΟ
Στίχοι: Δημήτρης Δούκαρης
Σε είπανε Θεό
και δε Σε
πίστεψα,
γιατί αν ήσουνα
θάχες φόβο,
θάχες τρόμο
θάχες ντροπή
γιατί αν ήσουνα
θα Σε λυπόμουν.
Σε είπαν
επανάσταση
και Σ’
ακολούθησα,
ήθελα να
γκρεμίσεις,
ήθελα να χτίσεις,
ήθελα να
τελειώσεις
και ν’ αρχίσεις,
ήθελα ν’ αλλάξεις
κι Εσύ
κι εγώ
και μ’ άφησες
στους πέντε δρόμους.
Πέντε μικρά ναυτόπουλα
Στίχοι: Μήτος Λυγίζος
Πέντε μικρά ναυτόπουλα
Στίχοι: Μήτσος Λυγίζος
Εδώ στην όχθη την
παλιά
Στο πράσινο
ποτάμι
Πέντε μικρά
ναυτόπουλα
Πέντε παιδιά του
κόσμου
Εδώ κοιμούνται
πλάι στο νερό
Πάνω σε πέντε
σύννεφα
Σε πέντε οργιές
χορτάρι
Πέντε ναυτάκια
πού’γραψαν
Στην όχθη τ’όνομά
τους
Ήταν μικρά μικρά
μικρά
Κι ήτανε πάντα ξάγρυπνα
Ήταν μικρά μικρά
μικρά
Κι ήταν
συλλογισμένα
Τώρα κοιμούνται
τώρα πια
Τα νανουρίζει ο
ποταμός
Νάνι τους λέει
νάνι τους
Το πράσινο ποτάμι
Πρωί πρωί ήταν
πού’πεσαν
Τα πέντε τα μικρά
μικρά
Πρωί πρωί ήταν
πού’πεσαν
Βαθιά να
κοιμηθούνε
Νάνι τα
νανουρίζουνε τα δένδρα στο ποτάμι
Νάνι τους λένε οι
φυλλωσιές
Νάνι στην όχθη
νάνι
Εδώ κοιμούνται
στο μικρό
Μικρούλη
κρεβατάκι τους
Εδώ στην όχθη την
παλιά
Νάνι μικρά μου
νάνι
Πέντε ναυτάκια
πέντε απλά
Παιδιά
ντουφεκισμένα
Οι φίλοι έχουν πάντα δίκιο
Οι φίλοι έχουν πάντα δίκιο, αυτός τελικά είναι κανόνας απαράβατος!
Με προειδοποίησαν ο Allu Fun Marx (ο Mad Marx που λέω εγώ) και η magica ότι αυτός δεν είναι ο σωστός τρόπος για να αρχειοθετήσω τους δίσκους της Αρλέτας αλλά εγώ εκεί, θα τα καταφέρω…
Αμ δε! Τελικά έμπλεξα τα μπούτια μου γιατί βρέθηκα με καμιά δωδεκαριά blogs που όπως μου είχε πεί ο Mad Marx αποδυνάμωσαν το κυρίως Blog.
Sorry παιδιά, δεν θα το ξανακάνω…
Αρχίζω τώρα τη διαδικασία απ την αρχή κι ο θεός βοηθός, ελπίζω να τα καταφέρω.
να είστε καλά.
Για να δούμε πώς γίνονται οι κατηγορίες για κάθε δίσκο της Αρλέτας…
Χαλάλι της βέβαια, όλη η δουλειά που έκανα και θα κάνω. Τόσες φορές με έσωσε με τα τραγούδια της!
Εξ άλλου, αυτή είναι η χαρά του Blog, να κάνεις αυτό που αγαπάς γι αυτούς που αγαπάς!!!
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 23, 2007
23.2.2007 Από που πάνε για την Άνοιξη; - Αρλέτα
Από Πού Πάνε Για Την Άνοιξη;Αρλέτα
Εκδόσεις Καστανιώτης 1997
Η χθεσινή ανοιξιάτικη μέρα μ έκανε να πιστέψω ότι η Άνοιξη έσκασε μύτη, Τέρμα είπα, τα κρύα πρωινά, οι εσάρπες, τα παλτά.
Σήμερα όμως την πάτησα. Ένας ουρανός μουντός κι ο ήλιος ασθενικός μ έκαναν και μένα να διερωτηθώ: «Από πού πάνε για την Άνοιξη;»
Επ’ ευκαιρία ανοίγω το ομώνυμο βιβλίο της Αρλέτας και διαβάζω στίχους και κείμενα, χαζεύω ζωγραφιές και διαπιστώνω γι’ ακόμα μια φορά, πώς μια ευαίσθητη ψυχή βιώνει τους σκοπέλους της ζωής και πως τους ξορκίζει με την τέχνη της, με την ευαισθησία.
Πώς ο χρόνος που περνά μας βουλιάζει ή σαν κύμα μας ξεβγάζει κάθε φορά σε έρημα νησιά και μας καλεί ξανά απ’ την αρχή να τα εξερευνήσουμε χωρίς να τα κατακτήσουμε. (Το μόνο που δικαιούμαστε αλλά και οφείλουμε να «κατακτήσουμε» είναι η αλήθεια της ψυχής μας, τίποτα άλλο δεν μας ανήκει (αυτό οκ το εμπέδωσα καλά).
Η ικανότητά μας να κάνουμε μια νέα αρχή μαζεύοντας τα κομμάτια που έχουν απομείνει απ’¨το μεγάλο ναυάγιο, φτιάχνοντας με αυτά ένα νέο παζλ, μια νέα εικόνα μιας άγνωστης ζωής που ξανοίγεται μπροστά μας.

Είτε ζούμε είτε αφήνουμε πίσω την «εποχή των φόνων» ή «των καταλοίπων», της «high season» ή «της ερήμου» κι ανάλογα με το πού βρίσκεται ο καθένας, αναγνωρίζουμε πτυχές του εαυτού μας και χαρτογραφούμε τη ζωή μας. Γιατί πρόκειται για πορεία ζωής με τις ανατροπές, τις διαψεύσεις της, τις ελπίδες και τα όνειρά που μπλέκουν αργά και σταθερά ένα τοπίο μυστικό και μαγικό, με το νήμα που μας κρατά δέσμιους αυτού που βιώσαμε ή σκεφτήκαμε. ζήσαμε ή αρνηθήκαμε.
Μεγεθύνει ή σμικρύνει τα λάθη μας, απαλύνει ή αγριεύει τη ματιά μας, ξορκίζει ή καταριέται. Αφανίζει ή
προσμετριέται.
Από πού πάνε για την Άνοιξη λοιπόν; Πότε μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι αυτό που ζήσαμε, ζούμε ή προσμένουμε είναι «η Άνοιξη»; Πόσο κρατά αυτή η Άνοιξη και πόσο μας ανήκει; Πόσα δευτερόλεπτα, πόσες στιγμές ή πόσους αιώνες; Μήπως είναι η γη της επαγγελίας που δεν φτάνουμε ποτέ; Μήπως είναι οι στιγμές που διανθίζουν τη ζωή μας κρατώντας μας δέσμιους σε μια ψευδαίσθηση ότι τις γευτήκαμε, άρα υπάρχουν και υπάρχουμε;
Κι όταν τις χάσουμε, πόσο βαρύ είναι το τίμημα; Αξίζει τηνοδύνη της ανάμνησης;
Μήπως η ανάμνηση μιας, έστω πλασματικής, υποκειμενικής Άνοιξης μας βυθίζει στον πιο βαρύ χειμώνα;
Τρίτη, Φεβρουαρίου 20, 2007
ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ - Αρλέτα / Περίπου
ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ
Στ. Μουσική: Αρλέτα
Κάμαρη ερημική
ένα τηλέφωνο βουβό
για συντροφιά σου
Μπαρ με φώτα και βουή
να κοροϊδεύουν πιο πολύ
τη μοναξιά σου
Φίλοι της στιγμής, γνωστοί
στον καθρέφτη μέσα εσύ
μια ματιά μαχαίρι και κρασί
κάτι σα χάδι
Άδειοι δρόμοι σκοτεινοί
χαμένες νύχτες μες της πόλης
το πηγάδι
Αλμυρό νερό η ζωή
κι εσύ πηγή γλυκιά κι αδέξια
στο σκοτάδι
Μη φοβάσαι μη ρωτάς
κράτησε με μη μιλάς
ένα τραγουδάκι θα σου πω
για την αγάπη
Έχεις πάντοτε μια σκιά
σκουριά της νύχτας
στα παιδιάστικα σου μάτια
Μάτια θάλασσα βαθιά
άγριες γοργόνες
και κρυστάλλινα παλάτια
Μη φοβάσαι μη ρωτάς
θάλασσα μου μη μιλάς
άλλη αλήθεια δεν υπάρχει πια
απ’ την αγάπη
κλικ στο δίσκο για περισσοτερα
Στο Περίπου μέσα, υπάρχει ένα τραγουδάκι γραμμένο εξ ολοκλήρου από την Αρλέτα, στίχοι και μουσική. Είναι από τα τραγούδια που λέω εγώ «παρηγορητικά», «θεραπευτικά» κι είναι τόσο τρυφερά τραγουδημένο από την ίδια που δεν σου αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης. Για αιώνιους ρομαντικούς, κι αμφισβητίες σαν και σένα, αφού ξερώ καλά πόσο η φωνή της σε κράτησε σαν χάδι σε στιγμές που… ήθελες ακριβώς ένα χάδι και δεν ήμουνα εκεί...
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 15, 2007
WILLIAM GEORGE ALLUM* - Καββαδίας -Περίπου /Αρλέτα
.
.
.
Εγνώρισα κάποια φορά σ' ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενο Εγγλέζο θερμαστή
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή
Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχεν ιστορία
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες απ το λαιμό ως τα νύχια
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί
Είχε στα μπράτσα του σταυρούς σπαθιά ζωγραφισμένα
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά που εχόρευε γυμνή
κι απα στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματα ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλονή
Εδώ θα ήθελα απλά να παρατηρήσω ότι έχεις κάνει ένα λαθάκι στους στοίχους. Οι σωστοί στοίχοι είναι "...ότι του Αννάμ τα στίγματα...".Το Αννάμ είναι ένα κρατίδιο στην Ινδοκίνα.Στο ίδιο μέρος ο Καββαδίας είχε αναφερθεί και στο "Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ", όπου αναφέρει:"...Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος...".
Εγνώρισα κάποια φορά σ' ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενο Εγγλέζο θερμαστήόπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή
Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχεν ιστορία
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες απ το λαιμό ως τα νύχια
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί
Είχε στα μπράτσα του σταυρούς σπαθιά ζωγραφισμένα
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά που εχόρευε γυμνή
κι απα στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματα ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλονή
Έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτή είχε αγαπήσει
μ άγριαν αγάπη ακράτητη βαθειά κι αληθινή
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή
Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε τόσο βαθειά ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψε ότι δικό της είχε
έμεινε όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά
Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές
του κάκου γνώριζεν αυτός, καθώς το ξέρουμε όλοι
ότι του Αννάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές
Κάποια βραδιά όπως περνούσαμε από το bay of Bisky
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί
ο πλοίαρχος είπε θέλησε το στίγμα του να σβήσει
και διάταξε τη θάλασσα την κρύα να ριχτεί
μ άγριαν αγάπη ακράτητη βαθειά κι αληθινή
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή
Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε τόσο βαθειά ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψε ότι δικό της είχε
έμεινε όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά
Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές
του κάκου γνώριζεν αυτός, καθώς το ξέρουμε όλοι
ότι του Αννάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές
Κάποια βραδιά όπως περνούσαμε από το bay of Bisky
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί
ο πλοίαρχος είπε θέλησε το στίγμα του να σβήσει
και διάταξε τη θάλασσα την κρύα να ριχτεί
.
Σαν τους παλιούς τροβαδούρους που γυρνάγανε από τόπο σε τόπο, με μια θλιβερή να διηγηθούν ιστορία. Μιαν ιστορία τόσο θλιμμένη, τόσο που τη νιώθεις σαν ένα μικρό στα στήθια σου σπαθί.
Η «διήγηση» της Αρλέτας είναι τόσο ακριβή και ακριβής. Κάθε λέξη, κάθε συναίσθημα χρωματίζονται ανεξίτηλα από τη φωνή της που άλλοτε κυματιστή σαν το κύμα του Ειρηνικού κι άλλοτε σαν αέρας καυτός του Ινδικού ταξιδεύει στις πέντε θάλασσες του Νίκου Καββαδία.
Δεν νομίζω να υπάρχει πιο πιστή ερμηνεία αλλά και μελοποίηση του ποιητή της θάλασσας. Η μουσική του Λάκη Παπαδόπουλου ακολουθεί πιστά την πλοκή των στίχων χωρίς να ζητά να την ξεπεράσει. Μόνο την υπηρετεί ταπεινά, τη διηγείται. Ταξιδεύουν μαζί σ ένα κόσμο σκληρό μα κι ευαίσθητο, όσο η θάλασσα το επιτρέπει. όσο η καρδιά μας το αντέχει.
Η «διήγηση» της Αρλέτας είναι τόσο ακριβή και ακριβής. Κάθε λέξη, κάθε συναίσθημα χρωματίζονται ανεξίτηλα από τη φωνή της που άλλοτε κυματιστή σαν το κύμα του Ειρηνικού κι άλλοτε σαν αέρας καυτός του Ινδικού ταξιδεύει στις πέντε θάλασσες του Νίκου Καββαδία.
Δεν νομίζω να υπάρχει πιο πιστή ερμηνεία αλλά και μελοποίηση του ποιητή της θάλασσας. Η μουσική του Λάκη Παπαδόπουλου ακολουθεί πιστά την πλοκή των στίχων χωρίς να ζητά να την ξεπεράσει. Μόνο την υπηρετεί ταπεινά, τη διηγείται. Ταξιδεύουν μαζί σ ένα κόσμο σκληρό μα κι ευαίσθητο, όσο η θάλασσα το επιτρέπει. όσο η καρδιά μας το αντέχει.
Εδώ θα ήθελα απλά να παρατηρήσω ότι έχεις κάνει ένα λαθάκι στους στοίχους. Οι σωστοί στοίχοι είναι "...ότι του Αννάμ τα στίγματα...".Το Αννάμ είναι ένα κρατίδιο στην Ινδοκίνα.Στο ίδιο μέρος ο Καββαδίας είχε αναφερθεί και στο "Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ", όπου αναφέρει:"...Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος...".
ΠΕΡΙΠΟΥ- ΑΡΛΕΤΑ - ο δίσκος

ΠΕΡΙΠΟΥ - ΑΡΛΕΤΑ (Ο δίσκος)
1 ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
2 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
3 WILLIAM GEORGE ALLUM
4 BLACK AND WHITE
5 ΩΡΑ ΣΕΛΗΝΗΣ
6 ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ
7 ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΡΥΟ
8 Η ΣΕΡΕΝΑΤΑ
9 ΑΔΕΙΟ ΚΥΜΑ
10 ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
11 ΑΡΤΕΣΙΑΝΟ ΦΡΕΑΡ (ΦΑΡΟΥΚ)
Μουσική: Λάκης Ππαδόπουλος
στο "Τραγουδάκι" στ. μουσική: Αρλέτα
Στιχουργοί: Κυριακός Ντούμος, θάνος Φουργιώτης, Λάκης Παπαδόπουλος, Γιώργος Παπάς, Μαριανίνια Κριεζή, Νίκος Καββαδίας
Σημειώνει στο εσώφυλλο του δίσκου: «Τα τραγούδια αυτά τα πρωτάκουσα από μια ξεκούρδιστη κιθάρα χωρίς Λα κι από ένα ξεχαρβαλωμένο κασετόφωνο που για να παίξει χρειαζόταν μια οδοντογλυφίδα, αλλά η χαρά που μου έδωσαν ήταν απ’ την αρχή αρκετή για να μη με νοιάξει ο εμφανέστατος μποεμισμός του δημιουργού τους
Ένιωσα ότι ήταν τραγούδια της καρδιάς του που τα φύλαγε όπως κι εγώ κάποτε, παιδάκι, φύλαγα τα’ αγαπημένα μου σχέδια και τα ‘δειχνα μόνο σ’ αυτούς που έκρινα άξιους! Ηταν μια αρκετά επεισοδιακή συνεργασία! Εγώ μια κλασική της μπαλάντας και ο Λάκης ροκάς από τα γενοφάσκια του. Εγώ από πολλά χρόνια μέσα στα δικά μου, ο Λάκης στα δικά του. Ε! τα δικά μου και τα δικά του γίνανε δικά μας και ελπίζω δικά σας ή έστω περίπου». Πάντως ο δίσκος δεν οδηγήθηκε εύκολα στην τελική έκδοσή του.
Σερενάτα
Μουσική Λάκης Παπαδόπουλος
Στιχοι: Μαριαννίνα Κριεζη
Κάπως σαν αστείο είπαμε αντίο
πήρα το πικάπ σου και μου πήρες το ψυγείο
πήρες τα σεντόνια, πήρα τη μπιγκόνια
κι απ' το χωρισμό μας έχουν κλείσει τρία χρόνια
Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε γέννησε η γάτα

Έκανε παιδάκια δυο τιγρέ γατάκια
τα 'χει παρατήσει στης κουζίνας τα πλακάκια
Μοιάζουν τα καημένα παραζαλισμένα
κι έβγαλα το ένα Παναγιώτη σαν εσένα
Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε γέννησε η γάτα
ʼραγε πού να 'σαι άραγε θυμάσαι
που 'λεγες στη γάτα "Σερενάτα μη φοβάσαι
σ' όλη τη ζωή μου θα 'σαι το γατί μου
δε θα ξαναδώσω σ' άλλη γάτα την ψυχή μου"
Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε γέννησε η γάτα
Μες στη σιφονιέρα έγινε μητέρα
άφησε τα δυο της τα γατάκια εδώ πέρα
κι έφυγε από μένα για να 'ρθει σε σένα
πες μου τι να κάνω τα 'χω πια κι εγώ χαμένα
Μαύρα τα μαντάτα για τη Σερενάτα
που παλιά την τάιζες μπαρμπούνια μαρινάτα
τώρα δε σε νοιάζει πού ξεχειμωνιάζει
ούτε άμα στην πάτησε κανένας καμικάζι
Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε γέννησε η γάτα
Μάτια μου αντίο τέλειωσε τ' αστείο
πήγα το πρωί και ξαν' αγόρασα ψυγείο
πάρε άλλα πιάτα βρες μιαν άλλη γάτα
όμως να θυμάσαι πού και πού την Σερενάτα
Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε χάσαμε τη γάτα
Aυτή η γατούλα, η Σερενάτα -αυτή κι αν είναι «πάσης Ελλάδος»- με τα τόσα δεινά και τα δυο γατάκια που παράτησε στης κουζίνας τα πλακάκια, μπήκε και φώλιασε στην καρδιά μας και είτε μας αρέσουν οι γάτες είτε όχι, ρονρονίζει σαν τρελή κάθε φορά που την χαϊδεύουμε.
Αρτεσιανό μου φρέαρ
Μες το κανάλι του Σουέζ
εκεί να ρίξεις της καρδιάς σου τους σεφντάδες
Δευτέρες Τρίτες και Παρασκευές
κάθε που πιάνει ντόκο
κάθε που πιάνει ντόκο στους αραμπάδες
φιδίσια σώματα φελλάχες στρουμπουλές
φρούτα εξωτικά και α να να να νάδες
πάρε σήμα εμένανε και δες
πως ξέχασα για πάντα
πως ξέχασα για πάντα τις κυκλαδες
Αρτεσιανό μου φρέαρ
της καρδιάς μου το έαρ
Στης Αλεξάνδρειας τις τροπικές ακτές
στα σπίτια τα μικρά με τις περικοκλάδες
κάτι ήξερε και ο Φαρούκ που λες
που πέθανε διακόσιες δυο
που πέθανε διακόσιες δυο οκάδες
Αρτεσιανό μου φρέαρ
της καρδιάς μου το έαρ
ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Μουσική Λάκης Παπαδόπουλος
Στιχοι: Κυριάκος Ντούμος
Όλη τη μέρα σε θυμάμαι στο γραφείο
μέσα στα γράμματα και μες τους αριθμούς
εσύ δεν χάνεσαι μαζί με τους καπνούς
μέσα στη ζέστη ξενυχτάς και μες το κρύο
Κάθε πρωί με τον καφέ πίνω την πίκρα μου
με το τσιγάρο μου ανάβω τη φωτιά σου
κάποιος περνάει από την πόρτα με το βήμα σου
και στα χαρτιά μου κάποιος γράφει τα όνομα σου
Όλη τη μέρα σε θυμάμαι στο γραφείο
μέσα στα γέλια τους θυμούς και τις φωνές
είσαι ο θόρυβος από τις μηχανές
είσαι το λάθος που δεν κλείνει το ταμείο
Κάθε πρωί με τον καφέ πίνω την πίκρα μου
με το τσιγάρο μου ανάβω τη φωτιά σου
κάποιος περνάει από την πόρτα με το βήμα σου
και στα χαρτιά μου κάποιος γράφει τα όνομα σου
Πλατεία Αμερικής
Μουσική Λάκης Παπαδόπουλος
Στιχοι: Μαριαννίνα Κριεζη
Ήταν ένα κουταβάκι
ένα αδέσποτο σκυλάκι
μια Δευτέρα στην πλατεία Αμερικής
που δεν το υιοθέτησε κανείς
Ήταν μια μικρή αγάπη
φοβισμένη ντελικάτη
που την άγγιξες μονάχα ένα λεπτό
και την προσπέρασα κι εγώ
Αν δεν ήταν λάθος μέρα
αν δεν ήτανε Δευτέρα
αν δεν ήτανε η πλατεία Αμερικής
μπορεί και ν αγαπιόμασταν εμείς
Κι αν δεν σ έπιανε φανάρι
να γινόμασταν ζευγάρι
και να κάναμε πολλά-πολλά παιδιά
μα δεν έχει σημασία τώρα πια
Τώρα πάλι είμαστε μόνοι
όμως μη ζητάς συγνώμη
δεν αξίζει ούτε να το συζητάς
ήταν κάτι που δεν έκανε για μας
Ήταν ένα κουταβάκι
ένα αδέσποτο σκυλάκι
μια Δευτέρα στην πλατεία Αμερικής
που δεν το υιοθέτησε κανείς
Έρχεται κρύο
Μουσική Λάκης Παπαδόπουλος
Στιχοι: Κυριάκος Ντούμος
Κι απόμεινα παιχνίδι σ' ένα πάρκο
Κι αν κάθομαι ακόμα και σου γράφω,
είναι γιατί σε πόνεσα πολύ.
Κι απόμεινα μονάχη σ' ένα τρένο
που βγήκε κάποια νύχτα απ' τη γραμμή
Κι αν κάθομαι ακόμα κι επιμένω,
είναι γιατί σ' αγάπησα πολύ.
Κοίτα να ντύνεσαι καλά
κι έρχεται κρύο.
Ξέρεις, δεν είπα πουθενά
για μας τους δύο.
William George Allum
στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος

Εγνώρισα κάποια φορά σ' ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενο Εγγλέζο θερμαστή
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή
Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχεν ιστορία
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες απ το λαιμό ως τα νύχια
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί
Είχε στα μπράτσα του σταυρούς σπαθιά ζωγραφισμένα
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά που εχόρευε γυμνή
κι απα στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματα ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλονή
Έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτή είχε αγαπήσει
μ άγριαν αγάπη ακράτητη βαθειά κι αληθινή
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή
Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε τόσο βαθειά ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψε ότι δικό της είχε
έμεινε όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά
Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές
του κάκου γνώριζεν αυτός, καθώς το ξέρουμε όλοι
ότι του Αννάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές
Κάποια βραδιά όπως περνούσαμε από το bay of Bisky
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί
ο πλοίαρχος είπε θέλησε το στίγμα του να σβήσει
και διάταξε τη θάλασσα την κρύα να ριχτεί
.
Σαν τους παλιούς τροβαδούρους που γυρνάγανε από τόπο σε τόπο, με μια θλιβερή να διηγηθούν ιστορία. Μιαν ιστορία τόσο θλιμμένη, τόσο που τη νιώθεις σαν ένα μικρό στα στήθια σου σπαθί.
Η «διήγηση» της Αρλέτας είναι τόσο ακριβή και ακριβής. Κάθε λέξη, κάθε συναίσθημα χρωματίζονται ανεξίτηλα από τη φωνή της που άλλοτε κυματιστή σαν το κύμα του Ειρηνικού κι άλλοτε σαν αέρας καυτός του Ινδικού ταξιδεύει στις πέντε θάλασσες του Νίκου Καββαδία.
black and white-καββαδιας-αρλετα
Στίχοι: Νίκος
Καββαδίας
Μουσική: Λάκης
Παπαδόπουλος
Πρώτη εκτέλεση:
Αρλέτα
Του Άλμπορ το
φανάρι πότε θα φανεί;
Οι μαθήτριες
σχολάσανε του ωδείου.
Φωτεινές ρεκλάμες
της οδού Σταδίου.
Γέφυρα βρεγμένη
σκοτεινή.
Μάτι ταραγμένο
μάταια σε κρατώ
στον καιρόν απάνω
του Σιρόκου.
Δούλευε το
φτυάρι, μαύρε του Μαρόκου
που μασάς βοτάνια
για τον πυρετό.
Φεμινά!... Χορός
των κεφαλών.
Κ’ οι Ναγκό
χορεύουν στην Ασία.
Σε πειράζει μου
`πες η υγρασία
κι η παλιά σου
αρρώστια της Τουλών.
Τζίντζερ, που
κοιτάς με το γυαλί,
το φανάρι του
Άλμπορ δεν εφάνη.
Βλέπω στο Λονδίνο
εγώ τη Fanny
στο κρεβάτι σου
άλλον να φιλεί.
Κρέας αλατισμένο
του κουτιού.
Μύωπα καπετάνιο
μου και γέρο,
ένα μαγικό
σκονάκι ξέρω
τέλειο για την
κόρη του ματιού.
Άναψε στη γέφυρα
το φως.
Μέσα μου μιλεί ένας
παπαγάλος
γέρος στραβομύτης
και μεγάλος
μα γιομάτος πείρα
και σοφός.
Μέσα μου βαθιές
αναπνοές.
Του Κολόμβου
ξύπνησαν οι ναύτες.
Όλες τις ρουκέτες
τώρα καφ’ τες
και Marconi στείλε το S.O.S.
Τραγουδακι
στιχοι/Μουσική Αρλέτα
Ωρα Σελήνης
Τα χέρια σου δεμένα
στα καλώδια των νεύρων
σφίγγουν απόψε το ποτήρι σου
πονάς
Μέσα από κρύσταλλα
κοιτάς τους διπλανούς σου
μέσα από κρύσταλλα κοιτάς
και με κοιτάς

Κόκκινη λάμψη στων ματιών σου τα σκοτάδια
φωνή βραχνή που πάει να βγει και δε μπορεί
θες να μου πεις ψάχνεις να βρεις να μου μιλήσεις
δύσκολο θέμα και πιο δύσκολοι καιροί
Τι να σου πω αυτή την ώρα που σωπαίνεις
απαγορεύονται τα λόγια κι οι καημοί
ώρα σελήνης κάπου μέσα σου πεθαίνεις
κι οι πινακίδες γράφουν στοπ όχι και μη
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

